2103620147 info@pappas.gr    |     6944137189                                        
Επιλογή Σελίδας

Πολλές φορές στην καθημερινότητά μας έχουμε όλοι χρησιμοποιήσει την έκφραση «τα ετερώνυμα έλκονται» και την χρησιμοποιούμε κυρίως για ερωτικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ δύο ανθρώπων φαινομενικά ή ουσιαστικά (ή και τα δύο) αταίριαστων μεταξύ τους. Σίγουρα ο έρωτας δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να εξηγηθεί ή να αναλυθεί, κάποιες φορές απλά είναι μαγικός, φέρνει αυτό που λέμε την χρυσόσκονη στη ζωή μας, κι αυτός που τον βιώνει απλά γεύεται την χαρά που του προσφέρεται. Ίσως και γι’αυτόν το λόγο τόσο αβασάνιστα χρησιμοποιείται αυτή η έκφραση, «τα ετερώνυμα έλκονται», αντιμετωπίζοντας τις οποιεσδήποτε απορίες ή ακόμη και συγκρούσεις θα μπορούσε να προκαλέσει μία παράταιρη σχέση.

Όμως, ο έρωτας στις περισσότερες ίσως περιπτώσεις τείνει να πάρει μία πρακτική μορφή, όταν οι δύο σύντροφοι καλούνται πλέον να συμβαδίσουν σε τομείς ναι μεν πρακτικούς ή και πιο «πεζούς» θα μπορούσαμε να τους πούμε αλλά απαραίτητους προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισορροπία και η κοινή πορεία και των δύο. Εδώ βέβαια μπορεί να γυρίσει κανείς και να πει «και γιατί είναι υποχρεωτικό δύο άνθρωποι να συζήσουν, ή να παντρευτούν? Δε μπορούν να χαίρονται τον έρωτά τους χωρίς κανόνες και χωρίς υποχρεώσεις? Δεν υπάρχουν ακόμη και παράνομα ή και κυνηγημένα ζευγάρια που χαίρονται τον έρωτά τους για λίγες στιγμές και μετά ξαναγυρνούν στην καθημερινότητά τους ο καθένας χωριστά χωρίς να τους απασχολεί το πόσο ταιριάζουν σε άλλα πράγματα στη ζωή, όπως οι πολιτικές πεποιθήσεις, η θρησκεία ή η κοινωνική τάξη;»

Διευκρινίζουμε ότι δεν μιλάμε για τις σύντομες ερωτικές περιπέτειες όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι η σεξουαλική έλξη και η ερωτική επαφή και το μόνο ζητούμενο και από τους δύο είναι η εκτόνωση του ερωτικού πάθους χωρίς αύριο.Αλλά ακόμη και στην περίπτωση ζευγαριών που έχουν συμφωνήσει ότι λόγω κοινωνικών περιορισμών ή ιδιαίτερων καταστάσεων δεν είναι εφικτό να ευδοκιμήσει και να επισημοποιηθεί η σχέση τους άρα δεν έχει σημασία το πώς είναι ο καθένας στην καθημερινότητά του, το πόσο ταιριάζει με τον άλλο σε σημαντικά θέματα ή και σε λιγότερο σημαντικά θέματα, ακόμη και τότε, η σχέση φαίνεται ότι έχει περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, πιο ουσιαστικό, και αν υπήρχε η δυνατότητα θα δοκιμαζόταν και σε άλλoυς τομείς όπως γίνεται με όλες τις ερωτικές σχέσεις.

Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και οι ερωτικές σχέσεις όπως όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, διαπροσωπικές ή τυπικές ή επαγγελματικές, υπόκεινται σε κανόνες και σε συνεχή δοκιμασία.

Ας ξεκινήσουμε να μιλήσουμε λοιπόν για την συμβατότητα μέσα σε μια ερωτική σχέση. Τι εννοούμε μ’αυτό? Πόσο σημαντική είναι η συμβατότητα προκειμένου μία σχέση να εξελιχθεί καλά, να κρατήσει και κυρίως να είναι ευτυχισμένα τα μέλη που την απαρτίζουν? Πώς μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει ή να εξασφαλίσει την συμβατότητα σε μία καινούρια γνωριμία? Πότε πρέπει να «χτυπήσει καμπανάκι» όπως λέμε για την πορεία μιας σχέσης όταν αρχίσουν και γίνονται έντονες οι διαφοροποιήσεις μεταξύ δύο συντρόφων? Ποιοι τομείς είναι σημαντικότερο να καλύπτονται από σύμπνοια, ποιοι άλλοι είναι λιγότερο σημαντικοί και πόσο εύκολο είναι να συμβιβαστούν οι διαφορές? Υπάρχει αλήθεια στην έκφραση «Τα ετερώνυμα έλκονται» και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν τα οποιαδήποτε προβλήματα παρουσιαστούν στην πορεία από μικρές ή μεγάλες διαφορές στην προσωπικότητα και στην γενικότερη υπόσταση δύο πολύ διαφορετικών μεταξύ τους ατόμων;

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
Καταρχήν θα ήθελα να διευκρινίσω ότι όταν λέμε όπως πολύ σωστά ανέφερες ότι και οι ερωτικές σχέσεις υπόκεινται σε κανόνες, δεν εννοούμε βέβαια ότι υπάρχει ένα άγραφο καταστατικό με νόρμες, συμπεριφορές και περιορισμούς. Τα πράγματα σε μία ερωτική σχέση είναι πιο ρευστά και τα όρια λιγότερο διακριτά σε σχέση με άλλων μορφών σχέσης όπως είναι για παράδειγμα οι επαγγελματικές σχέσεις, εργοδότη-εργαζόμενου, μεταξύ συναδέλφων κ.τ.λ. ή η σχέση γονέα-παιδιού όπου είναι πολύ σημαντικό να τηρούνται συγκεκριμένες ισορροπίες. Σε έναν ερωτικό δεσμό οι κανόνες τίθενται (ή θα έπρεπε τουλάχιστον) και από τους δύο κατόπιν κοινής συνεννόησης και σταδιακά, κατά το αναγνωριστικό στάδιο.

Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μαζί του ένα σύνολο από πεποιθήσεις, απόψεις, προσανατολισμούς, ιδέες, ακόμη και χούγια όπως θα τα λέγαμε, δηλαδή εμμονές ή ιδιοτροπίες και γενικότερα ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών και τοποθετήσεων. Είναι επομένως, πολύ σημαντικό, εφόσον οι κανόνες τίθενται ισότιμα από τους δύο άμεσα εμπλεκόμενους, να υπάρχουν κάποια κοινά σημεία επαφής ώστε ν’αρχίσει το ταξίδι τους στη ζωή. Δε θ’αναφερθώ στους πόλους έλξης που δημιουργούνται όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται και νοιώθουν την ανάγκη να είναι μαζί. Στον καθένα μας είναι διαφορετικά τα ζητούμενα και πολλές φορές πιάνουμε τον εαυτό μας να «προδίδουμε» τα πρότυπα που έχουμε θέσει ή να τα αναπροσαρμόζουμε. Είναι επίσης και θέμα δομής της προσωπικότητας του καθένα, το πόσο αυστηρά ή χαλαρά κριτήρια θέτει στον εαυτό του προκειμένου να επιλέξει ένα μελλοντικό σύντροφο και πόσο ελαστικός είναι απέναντι σ’αυτά τα κριτήρια. Δεν εξετάζουμε επομένως ποια είναι αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν την πρώτη έλξη, το πρώτο άγγιγμα. Αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Εδώ μας απασχολεί να αναπτύξουμε το πόσο ουσιαστικό είναι να ταιριάζουν δύο άνθρωποι και πού όταν αποφασίσουν να συμπορευτούν.

Η πρώτη απάντηση που θα έδινα είναι η εξής:
Εξαρτάται. Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο βασικοί τομείς όπου η συμβατότητα παίζει το ρόλο της και μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα στο ζευγάρι από την έλλειψή της. Ο ένας τομέας αφορά το σύνολο των πεποιθήσεων ενός ατόμου, την κοσμοθεωρία του, την ιδεολογία του, μ’άλλα λόγια τις προκαταλήψεις του, τις αξίες του, τις απόψεις του για την θρησκεία, την πολιτική, την οικογένεια, την ηθική και γενικότερα την κοινωνική και περιβαλλοντική αρμονία όπως εκείνο την αντιλαμβάνεται. Ο δεύτερος τομέας έχει να κάνει με το πώς το άτομο ζει την ζωή του, πώς οργανώνει τη καθημερινότητά του, τις συνήθειές του, πρακτικά θέματα όπως το πώς διαχειρίζεται το χώρο του, το χρόνο του και το χρήμα του. Αυτοί οι δύο τομείς είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι, καθώς ο καθένας από μας τείνει να προσαρμόζει τη ρουτίνα του και τη ζωή του ανάλογα με την οπτική του και τις απόψεις του. Ένα θρήσκο άτομο θα αφιερώσει χρόνο στα λατρευτικά του καθήκοντα, ένα πολιτικοποιημένο άτομο στην κινητοποίηση ή την ενημέρωσή του, ένας φυσιολάτρης θα επιδιώξει να πάει διακοπές στο βουνό κι ένας κοσμοπολίτης σε ένα κοσμικό νησί και τα παραδείγματα είναι άπειρα. Βέβαια το να είσαι σε μία σχέση με έναν άνθρωπο δε σημαίνει απαραίτητα να τα κάνεις όλα μαζί του, να συμβαδίζεις απόλυτα και να αναζητάς την απόλυτη αρμονία γιατί αυτό είναι αδύνατο. Η λίστα με τις εκτιμήσεις, τις απαιτήσεις και τις αναζητήσεις του καθένα μας είναι ατέλειωτη και πάντα θα υπάρχουν σημεία απόκλισης. Ωστόσο είναι πολύ σημαντικό σε πρακτικά θέματα ουσίας να υπάρχει σύμπνοια ή έστω συνεννόηση και συμβιβασμοί εκατέρωθεν. Μία κοινή ζωή προϋποθέτει κοινές αποφάσεις και αποδοχή του άλλου σαν προσωπικότητα.

Πώς λοιπόν το καταλαβαίνουμε όταν η έλλειψη συμβατότητας αρχίζει και αποτελεί πρόβλημα για την ευτυχία μας?Όταν αρχίζουμε και νοιώθουμε ά β ο λ α. Στην αρχή μιας σχέσης όλοι είμαστε σε αναγνωριστικό στάδιο. Ξέρουμε ελάχιστα για τον άλλο, σίγουρα έχουμε «διαβάσει» κάποια πράγματα που μας κίνησαν το ενδιαφέρον ή ακόμη και μας μάγεψαν αλλά στην πορεία είναι λογικό να ανακαλύψουμε ότι υπάρχουν στοιχεία απόκλισης. Η πρώτη αντίδραση πιθανόν είναι το «ξάφνιασμα». Για παράδειγμα σε μία συζήτηση ανακαλύπτουμε ότι οι απόψεις μας διαφέρουν κατά πολύ σε κάποιο θέμα που ανήκει στην κοσμοθεωρία μας, δηλαδή αναφερόμαστε στον πρώτο τομέα όπου η συμβατότητα είναι σημαντική. Αν νοιώσουμε άβολα αυτό σημαίνει ότι έχει ενοχληθεί κάποιο σημαντικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας. Βέβαια υπάρχουν και άνθρωποι απόλυτοι τόσο ώστε να μη μπορούν να αποδεχτούν να υπάρχουν καν απόψεις διαφορετικές από τις δικές τους και τότε η συμβατότητα σε μία σχέση, οποιαδήποτε σχέση, φαντάζει κάτι αδύνατο. Εδώ όμως δε μιλάμε γι’αυτό. Άβολα μπορεί να νοιώσουμε επειδή θεωρούμε ότι οι απόψεις του συντρόφου μας έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης που μας διακρίνει ή ότι τέτοιες απόψεις θίγουν ένα θέμα ιερό, βαθιά συνδεδεμένο με την προσωπικότητά μας. Για παράδειγμα, σκεφτείτε πόσο δύσκολο θα ήταν για έναν αλτρουιστή να συμπορευτεί με κάποιον ρατσιστή.

Κι αν το παράδειγμα σας φαίνεται ακραίο σκεφτείτε κάποιον θρήσκο που μαθαίνει ότι ο σύντροφός του είναι άθεος ή έστω δεν ασχολείται καθόλου με την εκκλησία και την λατρευτική διαδικασία. Αν λοιπόν η αρχική αντίδραση είναι το ξάφνιασμα αλλά στην πορεία εισπράξουμε από τον σύντροφό μας καταρχήν σεβασμό για την δική μας διαφορετικότητα απέναντι στις δικές του απόψεις τότε είναι δύσκολο να νοιώσουμε άβολα. Αν ωστόσο εισπράξουμε απαξίωση και απόρριψη και ίσως και κάποια απαίτηση να ενστερνιστούμε πράγματα για τα οποία διαφωνούμε τότε είναι σίγουρο ότι θα νοιώσουμε τουλάχιστον άβολα κι αυτό είναι ένα κακό προμήνυμα για την εξέλιξη της σχέσης. Ο σεβασμός εδώ είναι η λέξη-κλειδί και από τις δύο πλευρές για να γεφυρώνονται οι διαφοροποιήσεις σε θέματα που αφορούν στον πρώτο τομέα όπως αναφέραμε προηγουμένως.

Τώρα, σε ότι αφορά θέματα που ανήκουν στον δεύτερο τομέα, πρακτικά δηλαδή θέματα της καθημερινότητας και της κοινής συμβίωσης κι εδώ πάλι το κυριότερο είναι να μη νοιώθουμε άβολα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα προκύψουν πολλές διαφορές σχετικά με την οργάνωση μιας κοινής ζωής και τα δύο μέλη θα έρθουν πολλές φορές στη θέση να υποχωρήσουν ή να αναχαιτίσουν τα δικά τους θέλω προκειμένου να εξασφαλιστούν ισορροπίες. Εάν νοιώσουμε ότι οι απαιτήσεις του συντρόφου μας ή οι επιθυμίες του υπερβαίνουν τα όρια που έχουμε θέσει για τον εαυτό μας, την ευτυχία μας και την αξιοπρέπειά μας τότε θα νοιώσουμε και πάλι άβολα, και κυρίως όταν αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχει διάθεση από μέρους του να σεβαστεί και τις δικές μας επιθυμίες, τις δικές μας συνήθειες, τις δικές μας ανάγκες. Βέβαια στο θέμα της συμβατότητας δεν έχει νόημα ποιος έχει δίκιο ή άδικο, ποιος κάνει το σωστό και ποιος όχι. Το ίδιο δυστυχείς μπορεί να νοιώθουμε όταν οι παράλογες απαιτήσεις μας δεν γίνονται αποδεκτές από τον άλλο κι εμείς δεν εννοούμε να συμβιβαστούμε με κάτι λιγότερο. Όταν όμως επιτυγχάνεται η αποδοχή του άλλου και γίνονται οι κατάλληλοι συμβιβασμοί είτε εκατέρωθεν είτε από την μία πλευρά μόνο αλλά αυτοβούλως και χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς τότε μπορεί η σχέση να ευοδωθεί.

Καλέστε με
+
Καλέστε με